Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ ΗΤΑΝΕ ΜΠΛΕ

 

Μια άγνωστη ιστορία για την ταραχώδη σχέση

του Φώτη Κόντογλου με τον Γιάννη Παπαδέλλη

 

δρ Θωμάς Κατσαρός 

Η έκφραση «πέτρα του σκανδάλου» πολύ διαδεδομένη στις μέρες μας, παραδόξως όσο οικεία κι αν ακούγεται, είναι αρκετά παλιά. Από πού προέρχεται όμως; Και κυρίως τι σημαίνει; Τι , ήταν αυτή η πέτρα; Και τι ακριβώς ήταν το σκάνδαλο, το οποίο φέρνει στο νου μας τη σκανδάλη. Λοιπόν, είναι από τη Καινή Διαθήκη και συγκεκριμένα ο απόστολος Παύλος (Προς Ρωμ., Θ’, 33) αναφέρει αυτή τη φράση, υπονοώντας τον Χριστό. σαν την πέτρα του σκανδάλου. Και την πέτρα αυτή, του σκανδάλου, τη χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη σε μια ιδιότυπη κατασκευή, που λειτουργούσε ως παγίδα για μικρά πουλιά. Σύμφωνα με τον απόστολο των Εθνών, είναι ο ίδιος ο Χριστός, αυτή η παγίδα και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, είτε πιστεύει σε Αυτόν είτε όχι. Τα παιχνίδια της τύχης είναι περίεργα και οι συμπτώσεις μερικές φορές μας βάζουν σε περίπλοκες σκέψεις, συχνά ανορθολογικές. Σε αυτή την επιστολή την Προς Ρωμαίους, στο ένατο κεφάλαιο της, που σημειώνεται με το ελληνικό γράμμα θήτα (Θ’) βρίσκει κανείς αυτή την έκφραση για την πέτρα του σκανδάλου . Στο βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, με τίτλο Έκφρασις, στην αναφορά για τα χρώματα, που πρέπει να χρησιμοποιεί ένας αγιογράφος, τα οποία είναι 13 στο σύνολο τους, στην ένατη θέση βρίσκεται το λαζούρι, σημειωμένο και αυτό με το ελληνικό γράμμα «θήτα», που σημαίνει τον αριθμό (9) εννιά. Το ένατο χρώμα λοιπόν, που αναφέρει ο Κόντογλου στο έργο του, είναι η « πέτρα του σκανδάλου» , που θα αναζητήσουμε παρακάτω. Αρκετά όμως με τους γρίφους και τις συμπτώσεις, ας δούμε τα δεδομένα τα ιστορικά, αυτά που συνέβησαν στην πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα όμως, που πολλές φορές ίσως και να ανταγωνίζεται την φαντασία! 

Παπαδέλλης Vs Κόντογλου Τον Φώτη Κόντογλου τον γνωρίζουμε, σήμερα οι περισσότεροι, για την αγάπη που είχε για τη βυζαντινή ζωγραφική και το πάθος του για την λαϊκή παράδοση . Ίσως λιγότεροι να τον ξέρουν για το πλούσιο λογοτεχνικό έργο του. Ακόμα λιγότεροι, ίσως και να έχουν ακούσει, ότι υπήρξε συντηρητής έργων τέχνης και ερευνητής των τεχνικών ζωγραφικής των Βυζαντινών. Ο Γιάννης Παπαδέλλης ήταν ανιψιός του κυρ Φώτη, ήταν ο γιος της αδελφής του Κόντογλου της Τασίτσας. Το επίθετο όμως αυτής της Τασίτσας, που παντρεύτηκε τον Ευάγγελο Παπαδέλλη, τον πατέρα του Γιάννη, δεν ήταν Κόντογλου, αλλά Αποστολέλλη, όπως ήταν και του ίδιου του Κόντογλου, πριν το αλλάξει από Αποστολέλλης σε Κόντογλου. Γιατί Κόντογλου λέγανε τον θείο του Φώτη, τον αδερφό της μητέρας του, της Δέσπως. Ήταν ο Γιάννης μαθητής του Φώτη Κόντογλου και συνεργάτης του μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Θα μεταφερθούμε όμως στην αρχή της ιστορίας μας και θα πάμε στην Αθήνα του 1954, στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός στην πλατεία Καρύτση. Ένα απόγευμα Πέμπτης με το ημερολόγιο να γράφει 30 Σεπτέμβρη. Είναι συγκεντρωμένη η βυζαντινή χορωδία του πρωτοψάλτη Γεωργίου Σύρκα και περιμένουν τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνα, για να εγκαινιάσει την έκθεση έργων ζωγραφικής βυζαντινής τέχνης, που έχει οργανώσει ο αγιογράφος Ιωάννης Παπαδέλλης. Η πρόσκληση αναφέρει ότι τα εγκαίνια θα γίνουν έξι και τριάντα. Ο Αρχιεπίσκοπος όμως αργεί, ίσως έχει κίνηση στους δρόμους, ίσως κάτι να του έτυχε και ο κόσμος περιμένει. Μέσα στον κόσμο, που συνωστίζεται στη σκάλα του κτιρίου, που πριν μια δεκαετία στέγαζε το Στρατοδικείο των Γερμανών στην Κατοχή, ξεχωρίζει για την ανησυχία του ο Δημήτρης Ρικάκης, φίλος κολλητός του Παπαδέλλη. Πιο κει στέκει και ο λογοτέχνης και κριτικός τέχνης Θεοδόσης Νικολάου, κάπως σκεπτικός και μάλλον αμήχανος, δίπλα στον Αιμίλιο Μπαστουνόπουλο 

(γνωστό με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Κωστής Μπαστιάς) φίλος στενός του Κόντογλου. Περιμένουν για να δουν, αν τελικά θα έρθει, όχι ο Αρχιεπίσκοπος, αυτός θα φτάσει όπου να ‘ναι, αλλά ο «Πατριάρχης» της Ορθόδοξης Αγιογραφίας, ο Φώτης Κόντογλου; Μάταια όμως, γιατί τελικά δεν φάνηκε. Ήταν βαρύ το πλήγμα, ήταν μεγάλη η πρόκληση και το θράσος, αυτού του νεαρού μέχρι πρότινος μαθητή, ίσως και παραγιού θα έλεγε κανείς. Ο Αχιλλέας Μαμάκης, παρόλα αυτά, θα γράψει στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Έθνος» διθυράμβους για τον νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο στην Ελλάδα καλλιτέχνη, αυτόν τον ιδιότροπο και ιδιόρρυθμο άνθρωπο, ο οποίος όπως σημείωνε εμφατικά στην πρόσκληση της έκθεσης του, δεν πουλά τα έργα του. Όπως αναφέρει ο Μαμάκης, είχε προηγηθεί ατομική έκθεση του Παπαδέλλη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (το 1951) με μεγάλη μάλιστα επιτυχία. Δύο βδομάδες μετά την έκθεση στον Παρνασσό θα γραφτεί στην εφημερίδα Απογευματινή (13 Οκτ.1954) ένα ιδιαίτερα εγκωμιαστικό άρθρο για τον Παπαδέλλη, από τον Μιχάλη Κωνσταντόπουλο, όπου γίνεται λόγος για μια επικείμενη έκδοση της Ερμηνείας των Ζωγράφων του Διονυσίου εκ Φουρνά από τον Παπαδέλλη. Αυτό ειδικά θα πρέπει να θορύβησε τον Κόντογλου. Ο νεαρός ποιητής από τη Κύπρο και φίλος στενός του Κόντογλου, Θεοδόσης Νικολάου, εκείνη τη χρονιά θα δημοσιεύσει στο θρησκευτικό περιοδικό «Κιβωτός» ένα σύντομο βιογραφικό του φιλόδοξου Μυτιληνιού καλλιτέχνη: «Ιωάννης Παπαδέλλης ο Αγιογράφος» . Αυτό το περιοδικό η «Κιβωτός» είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο τον Κόντογλου, γιατί το επιμελούνταν ο ίδιος, μαζί με τον Κωστή Μπαστιά (που είπαμε παραπάνω) και τον Βασίλη Μουστάκη. Ήταν κάτι σαν ιδεολογικό βήμα, για τις θεωρίες του για τη βυζαντινή τέχνη, οπότε το να γραφτεί εκεί ειδικά ένα κείμενο, για τον άλλοτε μαθητή του και τώρα μάλλον ανταγωνιστή του, παραήταν προκλητικό. Βάζοντας σε μια χρονολογική σειρά τα πράγματα, βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας τα γεγονότα με την εξής σειρά: ο Παπαδέλλης ρωτάει καλοπροαίρετα στην αρχή τον θείο του και δάσκαλο του για το μπλε χρώμα, που το λέγανε λαζούρι οι Βυζαντινοί. Αυτή η κρίσιμη ερώτηση δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε, αλλά όμως μπορούμε να υποθέσουμε, πότε περίπου, θα μπορούσε να είχε γίνει ως εξής: σίγουρα πριν από το 1950, γιατί ο Παπαδέλλης ακολουθεί τον Κόντογλου κατά πόδας και φαίνεται να τον θαυμάζει και να τον σέβεται. Το 1950 ο Γιάννης Παπαδέλλης πρέπει να ήταν εικοσιτεσσάρων. Εκεί στην ηλικία μεταξύ 24 με 25 ο Παπαδέλλης κάνει την κρίσιμη ερώτηση στον Κόντογλου και παίρνει μιαν απάντηση, που δεν φαίνεται να τον ικανοποιεί. Από την άλλη ο Κόντογλου επιδίδεται σε μια καταιγιστική αρθρογραφία στην Εφημερίδα “Ελευθερία” τονίζοντας σε σχέση με την Ερμηνεία του Διονυσίου εκ Φουρνά, ότι μόνον ο Ντιντρόν είναι ο έγκυρος και κανένας άλλος, υπονοώντας σαφώς τον Σιμωνίδνη. Επανέρχεται με επιμονή, ξαναρωτώντας το ίδιο πράγμα και ίσως με κάποιο θράσος, αφού είναι πεισματάρης σαν χαρακτήρας, όπως άλλωστε και ο θείος του. Η απάντηση που θα έδωσε ο Κόντογλου στον ανιψιό του, φανταζόμαστε ότι, θα μπορούσε να ήταν κοφτή ξερή, η ίδια πάντως αμετακίνητη, «είναι το φυτό που βγάζουν το λουλάκι, το ινδικό δηλαδή τι δεν καταλαβαίνεις;». Μπορεί και να τον πρόσβαλε ο δάσκαλος του, ή και να τον έβρισε ακόμα. Ο Παπαδέλλης θυμώνει και αρχίζει να ψάχνει στα παλαιοπωλεία και στις βιβλιοθήκες, για να αποδείξει στον δάσκαλο, ότι έχει ο ίδιος δίκιο και ότι εκείνος ήταν που έκανε το λάθος. 



Λαζούρι Vs λουλάκι Ποιά ήταν αυτή η περίφημη «πέτρα του σκανδάλου» τελικά; Ο Κόντογλου επειδή ήξερε πολύ καλά γαλλικά, είχε την δυνατότητα να διαβάσει το βιβλίο του Αδόλφου Ναπολέοντα Ντιντρόν στο πρωτότυπο, αφού άλλωστε δεν υπήρχε σε ελληνική μετάφραση. Να σημειωθεί ότι μέχρι και σήμερα (2020) το έργο αυτό, δεν έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Σε αυτή την έκδοση το λαζούρι (lazuri) του Διονυσίου εκ Φουρνά μεταφράζεται ως indigo δηλαδή λουλάκι. Το λαζούρι λοιπόν ήταν η «πέτρα του σκανδάλου» και σίγουρα ήταν ένα μπλε χρώμα. Ένα μπλε υλικό όμως γενικά, πολύ γενικά μάλιστα και με μεγάλη ασάφεια, ως προς 

την ταυτότητα του, τη σύσταση του, το ακριβές είδος του. Τι ήταν ακριβώς; Ήταν «φυτό, ζώο ή πράγμα;» θα λέγαμε. Και εδώ είναι, που αρχίζουν τα προβλήματα και για τον Κόντογλου και για τον Παπαδέλλη και για εμάς κατ’ επέκταση. Ήταν το λαζούρι, το χρώμα αυτό, στο οποίο ο Κόντογλου βρέθηκε μπροστά σε μία σύγχυση τεχνικής ορολογίας, θεώρησε δηλαδή, ότι με τον όρο λαζούρι, όπως το αναφέρει ο Διονύσιος εκ Φουρνά, θα έπρεπε να δεχθούμε ένα υλικό, το οποίο ονομάζουμε ινδικόν και είναι ένα προϊόν που παράγεται από ένα φυτό. Άρα υπέθεσε ότι είναι φυτικής προέλευσης. Πρότεινε λοιπόν ο Κόντογλου το λουλάκι της εποχής του, ως τη σημασία του λαζουρίου του Φουρνά. Απέφυγε ο Κόντογλου να επιλύσει το ονοματολογικό θέμα, ενώ δεν δίστασε να το περιπλέξει ακόμα περισσότερο αναφέροντας, ότι με τον όρο ψηφί εννοούσαν κατά το παρελθόν πάλι το λουλάκι. Ενώ είναι σαφές, ότι ο Διονύσιος εκ Φουρνά περιγράφοντας το Πέρσικον λαζούρι, αναφέρεται στο μπλε από λάπις λάζουλι, το οποίο είναι ένα πέτρωμα και σίγουρα όχι φυτό. Όπως αποδείχθηκε από την έρευνα μας, ο Κόντογλου δεν γνώριζε την πληθώρα των Βυζαντινών κειμένων, τα οποία κάνουν λόγο για το λαζούρι. Η πιο σημαντική γραπτή πηγή είναι το Επαρχικόν Βιβλίον του Λέοντα του Σοφού (10ος αιών. μ.Χ.), όπου αναφέρονται στο ίδιο κείμενο και το ινδικόν και το λαζούρι, ξεδιαλύνοντας με αυτό τον αδιαμφισβήτητο τρόπο την όποια ενδεχόμενη σύγχυση. Οι Βυζαντινοί λοιπόν γνώριζαν και τα δύο χρώματα και μάλιστα έχουμε πάμπολλες πηγές γι’ αυτό, εκτός αυτής του Σοφού Λέοντα, όπως την Αποκάλυψη του Αρέθα, το Περί της Σφαίρας του Αράτου από τον Λεόντιο το Μηχανικό και τον Ιωάννη τον Ιατροφιλόσοφο. Και τέλος σε ένα κείμενο ιατρικών συνταγών με τίτλο Δυναμερόν του Νικόλαου Μυρεψού (13ος αιώνας μ.Χ.) συναντάμε το λαζούριον πάλι, με σαφή περιγραφή για την ορυκτή και όχι τη φυτική του προέλευση. Τότε όμως πως έγινε το λάθος και μάλιστα ένα λάθος τόσο κραυγαλέο, να μπερδέψει ο Κόντογλου μια πέτρα με ένα φυτό. Ήταν όπως φαίνεται αυτή η αυτοπεποίθηση που είχε ο Κόντογλου επειδή ήξερε Γαλλικά και εμπιστεύτηκε το ακαδημαϊκό κύρος του Ντιντρόν. Γιατί ο Παπαδέλλης όμως δεν πίστεψε τον Κόντογλου και άρχισε να ψάχνει μόνος του για αυτό το συγκεκριμένο μπλε; Μπορεί να είχε βρει υποθέτουμε, τυχαία, την έκδοση του 1885 του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη του έργου Ερμηνεία των Ζωγράφων του Διονυσίου εκ Φουρνά, όπου αναφέρεται το λαζούρι το Περσικό. Στην συγκεκριμένη έκδοση το λαζούριον δηλώνεται, ότι είναι πέτρα. Γι’ αυτή την πέτρα έγινε όλος ο καβγάς και όλη διαμάχη και ήταν αντιπαράθεση ακραία, γιατί και ο ένας και ο άλλος, ήταν προσωπικότητες ισχυρές και δεν σήκωναν καμία αμφισβήτηση. Πίσω όμως από αυτό το ζευγάρι αντιπάλων αντικατοπτριζόταν μια παλαιότερη διαμάχη, μεταξύ δύο λογίων του 19 ου αιώνα, του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη και του Αδόλφου Ναπολέοντα Ντιντρόν. 

Σιμωνίδης Vs Didron Όλα, λοιπόν ξεκίνησαν από ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο για τη ζωγραφική των βυζαντινών. Το βιβλίο αυτό ήταν του ιερομόναχου Διονυσίου από τον Φουρνά και λεγόταν Ερμηνεία των ζωγράφων . Αυτό το κείμενο είχε μια πολύ ταραχώδη ιστορία. Πλαστογραφίες, λογοκλοπές, αρχαιοκαπηλία, ακόμα και πολιτικές διαμάχες. Η Βασιλική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας στέλνει το 1839 στο Άγιον Όρος, ως ειδικό απεσταλμένο ερευνητή τον Αδόλφο Ναπολέοντα Ντιντρόν, για να συλλέξει στοιχεία για την τέχνη της ζωγραφικής στο Βυζάντιο. Ο Ντιντρόν επιστρέφει με χειρόγραφα και σημειώσεις πίσω στο Παρίσι το 1840. Μεταξύ των ευρημάτων του, ιδιαίτερη θέση κατέχει η ανακάλυψη του χειρογράφου του Διονυσίου εκ Φουρνά. Όταν όμως λέμε χειρόγραφο, αυτό είναι ένα αντίγραφο, που έγινε για λογαριασμό του Ντιντρόν από έναν αθωνίτη μοναχό, ενός πιθανολογούμενου βυζαντινού χειρογράφου. Κάτι σαν το Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, όπου ένα χειρόγραφο αντίγραφο, ενός υποτιθέμενου χειρόγραφου πρωτοτύπου, που δεν είδε όμως ποτέ κανείς, γιατί χάθηκε. Και όταν το «πρωτότυπο» χειρόγραφο χάνεται, τότε όπως λέει ο Έκο, το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο αντίγραφο, κατέχει αυτό, τη θέση του πρωτοτύπου. Το χειρόγραφο, λοιπόν πάνω στο οποίο, στηρίχτηκε το 1845 ο Ντιντρόν για την έκδοση του, δεν το παρουσίασε ποτέ. Μάλιστα αμφισβητήθηκε κιόλας, ακόμα και η ύπαρξη του, αφού ο Ντιντρόν κατηγορήθηκε 

για πλαστογραφία, από τον σύμβουλο του Τσάρου Σεβαστιάνωφ. Το χειρόγραφο αυτό, το ελληνικό δηλαδή (εάν υπήρξε ποτέ;), το οποίο υποτίθεται ήταν βυζαντινό(;), το βρήκε στο Άγιον Όρος, στη Μονή Εσφιγμένου, χωρίς όμως να κατονομάζεται ευθέως το μοναστήρι, προφανώς γιατί μάλλον θα το είχε κλέψει, όπως συνηθιζόταν στους ευρωπαίους λογίους, που περιδιάβαιναν την εποχή εκείνη, την ανατολή, ή όπως τους άρεσε να την αποκαλούν, Λεβάντε. Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης βρισκόταν και εκείνος στο Άγιον Όρος το 1839 και μάλιστα αντέγραφε χειρόγραφα βυζαντινά. Το 1839 λοιπόν ο Σιμωνίδης ανακοινώνει, ότι εκείνος ανακάλυψε το γνήσιο χειρόγραφο της Ερμηνείας του Φουρνά. Τον αμέσως επόμενο χρόνο στέλνει ως δώρο στον Ντιντρόν στο Παρίσι, ένα δικό του αντίγραφο, της Ερμηνείας του Διονυσίου εκ Φουρνά. Ο Ντιντρόν το λαμβάνει το χειρόγραφο στο Παρίσι και το χρησιμοποιεί στην έκδοση που έκανε το 1845, όπως ήλπιζε άλλωστε, ότι θα έκανε, και ο Σιμωνίδης, όταν του το έστελνε. Όμως τον κατηγορεί τον Σιμωνίδη για πλαστογράφο γιατί μέσα στο κείμενο που έλαβε, υπάρχει μια περίεργη συνταγή. Η συνταγή αυτή αφορούσε στην ανακάλυψη της φωτογραφίας δήθεν από του Βυζαντινούς και ο Ντιντρόν τη θεωρεί πλαστή, και έργο του ίδιου του Σιμωνίδη. Το περίεργο πάντως είναι ότι η «επίσημη» ανακάλυψη της φωτογραφίας γίνεται ακριβώς την ίδια χρονιά με τα παραπάνω γεγονότα το 1839 από τον Λουί Νταγκέρ. Με αυτή τη διαμάχη ο Σιμωνίδης έχει να αντιμετωπίσει όλο το ακαδημαϊκό κατεστημένο της εποχής του, με προεξάρχοντα τον Αλέξανδρο Ραγγαβή, ο οποίος τον κατηγορεί ανοιχτά για κιβδηλοποιία, χαρακτηρίζοντας τον δόλιο παραχαράκτη. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου στην Κωνσταντινούπολη από την άλλη πλευρά υπερασπίζεται τον Σιμωνίδη, ενώ ο Ουσπένσκυι συστρατεύεται μεταξύ των διωκτών του. Το θέμα του χειρογράφου της Ερμηνείας των Ζωγράφων παίρνει πολιτικές πια διαστάσεις. Έχουμε Γερμανούς λόγιους, όπως ο Κωνσταντίν Τίσσεντορφ στη Λειψία, ο οποίος κατηγορεί και αυτός τον Σιμωνίδη ως παραχαράκτη, όντας ο ίδιος αρχαιοκάπηλος. Ο Τίσσεντορφ είχε κλέψει από την Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά τον Σιναϊτικό Κώδικα , σε διάστημα δεκαπέντε ετών, κάνοντας τρία μάλιστα ταξίδια, ένα κάθε πέντε χρόνια. Κάθε φορά, έσκιζε καμιά σαρανταριά σελίδες από το χειρόγραφο και εξαφανιζόταν. Ειδικά γι’ αυτό το χειρόγραφο από το Σινά, ο Σιμωνίδης θα δήλωνε μέσω εφημερίδων στο Λονδίνο, ότι στην πραγματικότητα, το είχε γράψει ο ίδιος και ότι μπορούσε μάλιστα να το αποδείξει. Εντωμεταξύ ο Τίσσεντορφ είχε γίνει καθηγητής και ακαδημαϊκός, έχοντας μάλιστα κατασπαταλήσει και μια μεγάλη επιχορήγηση από τον Τσάρο της Ρωσίας για την έκδοση του Σιναϊτικού Κώδικα. Ο Γιάννης Παπαδέλλης έχοντας την έκδοση του Σιμωνίδη της Ερμηνείας του Διονυσίου εκ Φουρνά, συγκέντρωσε με κόπο μια συλλογή με τα χρώματα, που περιγράφονται μέσα σε αυτή. Ευτυχώς αυτή η συλλογή φυλάσσεται σήμερα στο εργαστήριο Τοιχογραφίας και Αγιογραφίας της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου πριν από δέκα χρόνια μας δόθηκε η ευκαιρία να την μελετήσουμε και να τη δημοσιεύσουμε. Ανάμεσα στα υλικά που την απαρτίζουν είναι και το περίφημο λαζούρι το Πέρσικο, που δεν είναι άλλο από το λάπις λάζουλι. Μάλιστα σώζεται και η επιστολή, που έστειλε ο ίδιος ο Παπαδέλλης στην Πρεσβεία του Αφγανιστάν στην Αθήνα, ζητώντας δείγματα του πετρώματος αυτού. Οι Αφγανικές αρχές πράγματι ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του και του στάλθηκαν δείγματα του πολύτιμου μπλε πετρώματος από το Βορειο-Ανατολικό Αφγανιστάν, από την Επαρχία του Μπανταχτσάν, όπου βρίσκονται τα φημισμένα μεταλλεία του Σάρ-α-Σανγκ. 

Η μπλε πέτρα ενός σύγχρονου σκανδάλου Έτσι κάπως, κλείνει μια παλιά διαμάχη μεταξύ Παπαδέλλη και Κόντογλου, λαζουρίου και λουλακιού, αλλά και μεταξύ Σιμωνίδη και Ντιντρόν. Η « πέτρα του σκανδάλου» ήταν τελικά όπως είδαμε το μπλε πολύτιμο πέτρωμα λάπις λάζουλι, που γοήτευε για χιλιετηρίδες τους αρχαίους Αιγύπτιους Φαραώ, τους Βαβυλώνιους αστρολόγους, τους Σουμέριους ιερείς και τους Πέρσες ηγεμόνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν κατόρθωσε να κατακτήσει την συγκεκριμένη περιοχή των μεταλλείων του λάπις λάζουλι , στις όχθες του Όξου ποταμού, 

όπως μας λέει ο Αρριανός, αφήνοντας την στο χώρο των θρύλων. Την εκτίμησαν όμως αυτήν τη λαμπερή μπλε πέτρα, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ρωμαίοι, ενώ στην Αναγέννηση χαρακτηρίστηκε από τους Ιταλούς ως το διαμάντι των Ζωγράφων. Ο Μάρκο Πόλο λέγεται ότι δεν επισκέφτηκε ποτέ το Μπλε Βουνό από όπου έβγαινε το λαζούρι. Στη σύγχρονη εποχή, οι Σοβιετικοί δεν κατάφεραν ούτε αυτοί, να ελέγξουν την περιοχή των μεταλλείων του λάπις λάζουλι , γιατί την κατείχαν οι φανατικοί ισλαμιστές Μουτζαχεντίν (η τότε αμερικανική προπαγάνδα πρόβαλε τον Σιλβέστερ Σταλόνε ως Ράμπο, ο οποίος ήταν σύμμαχος τους). Αυτοί οι Μουτζαχεντίν λοιπόν, όταν έπαψαν να υπηρετούν τους σκοπούς της Αμερικής, στην Κεντρική Ασία, έγιναν οι γνωστοί μας τρομοκράτες Ταλιμπάν. Το λάπις λάζουλι όμως συνεχίζει να εξάγεται από αυτούς και τα κέρδη από αυτή τη διακίνηση, χρηματοδοτούν την παγκόσμια τρομοκρατία...αφού δεν υπάρχουν πια σοβιετικοί αντίπαλοι για να τους πολεμήσουν. Η “ πέτρα”, του σύγχρονου αυτή τη φορά , “σκανδάλου” είναι για άλλη μια φορά, το εμβληματικά λαμπερό μπλε λάπις λάζουλι . Μια πέτρα μυστηριώδης, που η ασυνήθιστη και σπάνια μπλε απόχρωση της, φαίνεται να είναι συνυφασμένη με όνειρα αθανασίας και κυριαρχίας, τα τελευταία έξι χιλιάδες χρόνια.